Ο Αντώνης Καλκαβούρας επιχειρεί τον απολογισμό της προσπάθειας του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος κάτω των 20 ετών στην Σλοβενία, που άνοιξε την αυλαία του εφετινού καλοκαιριού για τις μικρές Εθνικές ομάδες, σχολιάζει το νο2 του ranking και είναι αισιόδοξος για την συνέχεια.
Στο σημείωμα της 17ης Ιουλίου, αμέσως μετά την πρόκριση της «γαλανόλευκης» στις 8 καλύτερες ομάδες του Πανευρωπαϊκού πρωταθλήματος Νέων, ο υπογράφων έγραψε για υπέρβαση, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα προβλήματα που αντιμετώπισε ο Κώστας Παπαδόπουλος, απο πλευράς απουσιών και τραυματισμών.
Και κακά τα ψέματα, όταν μία ομάδα «κατεβαίνει» να παίξει χωρίς τους τέσσερις πιο «παιγμένους» παίκτες της στο υψηλότερο επίπεδο (Αβδάλας, Λιοτόπουλος, Σπάρταλης και Αμπόσι) και ταυτόχρονα αντιμετωπίζει ουκ ολίγα προβλήματα και στο τέλος τερματίζει στην πολύ τιμητική 5η θέση, τότε ο βαθμός που, τηρουμένων των αναλογιών, της αξίζει, είναι δέκα με τόνο!
Δεν είναι λίγο πράγμα να μαθαίνεις τελευταία στιγμή ότι ο ψηλός που προόριζες για βασικό δεν θα δώσει το παρών, παράλληλα να είσαι αναγκασμένος να προβείς σε αλχημείες στις περισσότερες θέσεις ώστε να βρεθεί η απαραίτητη «χημεία» (την ώρα που αρκετά από τα παιδιά δεν είχαν τον επαρκή αγωνιστικό ρυθμό) και μέσα σε όλα αυτά να αντιμετωπίζεις και τραυματισμούς (όπως αρχικά του Ασημακόπουλου στην προετοιμασία και του Πατρίκη στην διάρκεια του τουρνουά)!
Για να μην παρεξηγούμαι, στις τελικές επιλογές των 48χρονου ομοσπονδιακού τεχνικού θα μπορούσαν να βρίσκονται κι άλλοι παίκτες που ήταν διαθέσιμοι και οι οποίοι δεν επελέγησαν όχι επειδή δεν έχουν ταλέντο, προσόντα ή προοπτική, αλλά επειδή δεν κρίθηκε ότι ταιριάζουν στο στυλ μπάσκετ που θέλει να παίξει ο coach ή ότι δεν μπορούν να προσαρμοστούν στην συγκεκριμένη φιλοσοφία του για μία διοργάνωση 10 ημερών!

Αλλά λίγο κάποιες αστοχίες, που πάντα είναι στο πρόγραμμα (όπως για παράδειγμα ο Λέφας, που ναι μεν έχει πηγαίο ταλέντο στην επίθεση, αλλά σωματικά και ανασταλτικά παρουσιάστηκε πολύ μακριά απ’ αυτό που ήθελε ο προπονητής και ίσως γι’ αυτό ο χρόνος και ο ρόλος του άρχισε σταδιακά να μειώνεται) και λίγο η εξυπηρέτηση των μίνιμουμ «πελατειακών σχέσεων» (αυτό, πιστέψτε με, δεν θα σταματήσει ποτέ, υπό οποιοδήποτε διοικητικό ή προπονητικό καθεστώς), η ελληνική ομάδα παρατάχθηκε – κακά τα ψέμματα – με χαμηλό ταβάνι και τελικά έφτασε να το «τρυπήσει».
Κι αυτό γιατί η συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών «αγόρασε» την φιλοσοφία του έμπειρου ομοσπονδιακού τεχνικού και τους ρόλους που τους μοίρασε και τελείωσε το τουρνουά, με το 5ο χαμηλότερο παθητικό (μ.ο. 70,1 πόντους), δεχόμενη μόλις δύο φορές πάνω από 80 και συνολικά πέντε κάτω από 70 πόντους και με την 2η καλύτερη επίδοση στα κλεψίματα (μ.ο. 9,4), σκοράροντας αρκετούς πόντους στο ανοιχτό γήπεδο.
Το τελικό αποτέλεσμα (τέσσερις πεντακάθαρες νίκες, μία ήττα στις λεπτομέρειες στην πρεμιέρα από την Κροατία, που τερμάτισε κάτω από μας και δύο καθαρές ήττες από την 2η Σερβία και την 3η Ισπανία) από πλευράς εικόνας αλλά και αποτελέσματος, κρίνεται (σύμφωνα με την ταπεινή γνώμη του υπογράφοντος) κάτι περισσότερο από ικανοποιητικό και αυτό σε μεγάλο επιβραβεύει την προπονητική τεχνογνωσία.

Από την άποψη ότι ο Κώστας Παπαδόπουλος φάνηκε να ξέρει καλά τι θα αντιμετώπιζε, αλλά και τι μπάσκετ πρέπει να παίξει και σε τι παίκτες πρέπει να βασιστεί για να πάρουσιάσει ένα πρόσωπο που αντιπροσωπεύει με αξιοπρέπεια την παραγωγική μας διαδικασία.
Λαμβάνοντας υπ’ όψιν φυσικά, ότι ίσως να βρισκόμαστε κάτω από τον μέσο όρο σε μεγεθος, ταχυδύναμη, αθλητικότητα και position size σε σχέση με τις υπόλοιπες προηγμένες μπασκετικές χώρες.
Συμπερασματικά, λοιπόν και για να αποδώσουμε τα του Καίσαρως τω Καίσαρι (οι πρώτοι είμαστε που κάνουμε κριτική), με δύο χάλκινα μετάλλια σε Ηράκλειο (2023) και Γκντίνια (2024) και δύο 5ες θέσεις (πέρυσι και φέτος) στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα κάτω των 20 ετών, το «πρόσημο» της τετραετούς προσπάθειας μόνο θετικό μπορεί να χαρακτηριστεί (σύμφωνα με ανεπίσημες μετρήσεις, στην συγκεκριμένη ηλικιακή κατηγορία, την τελευταία τετραετία βρισκόμαστε στο νο2 του FIBA Europe ranking!). Έστω κι αν το περασμένο καλοκαίρι στην Κρήτη, βάλαμε τα χεράκια και βγάλαμε τα ματάκια μας για να μείνουμε εκτός βάθρου!
Το ζητούμενο πλέον είναι παιδιά με αδιαμφισβήτητα προσόντα, όπως ο Παγώνης (1ος σκόρερ και ριμπάουντερ με μ.ο. 14,9π. & 7,6ρ.), ο Πατρίκης (2ος σκορερ και 3ος ριμπαουντερ με μ.ο. 13,8π. & 5,6ρ.), ο Ροζακέας (πιο εύστοχος στα δίποντα με 80%), ο Νικολαϊδης (1ος πασέρ με μ.ο. 4,1ασ.), ο Χαντζής (2ος ριμπάουντερ και 2ος πασέρ με μ.ο. 6,1ρ. & 3,4ασ.), ο Ξανθόπουλος (ήταν από τις απρόσμενα θετικές νότες της «γαλανόλευκης»), ο Πρέκας, ο Κομνιανίδης και ο Τσαχτσίρας από τους γεννηθέντες τοy 2006, να περνούν από ‘δω και στο εξής ολοένα και περισσότερο χρόνο στο παρκέ και να αποκτούν παραστάσεις!

Και το ίδιο φυσικά ισχύει και για τους μικρότερους, τον Λέφα (είναι ξεκάθαρο ότι πρέπει να βάλει κιλά και να γίνει περισσότερο physical), τον Ασημακόπουλο και τον Γεώργα (ήταν πολύ βοηθητικοί), με τους δύο πρώτους να μπαίνουν για πρώτη φορά φέτος στην δύσκολη και απαιτητική δοκιμασία του NCAA και τον τρίτο να συνεχίζει στο Λαύριο.
Υγ.1: Οι πρώτες εικόνες από την αγωνιστικά πεπραγμένα των φιλικών αγώνων που έχουν δώσει η Εθνικές παίδων και εφήβων, επιτρέπουν συγκρατημένη αισιοδοξία. Όχι μόνο όσον αφορά την πορεία που θα έχουν στα πανευρωπαϊκά τουρνουα της Ρουμανίας (Οραντέα) και της Ιταλίας (Τρεντίνο), αλλά κυρίως όσον αφορά στην παραγωγή παικτών που θα μας απασχολήσουν για αρκετά χρόνια.
Υγ.2: Αν κάθε φουρνιά παράγει και 3-4 παίκτες που κάποια στιγμή θα «χτυπήσουν» το κατώφλι της Εθνικής ανδρών, τότε το μέλλον του ελληνικού μπάσκετ μόνο δυσοίωνο δεν θα είναι. Ανεξαρτήτως του τι γράφεται και λέγεται.
Υγ.3: Η προσωπική αναφορά στον Λέφα, έχει να κάνει μόνο με τις προσδοκίες που ο ίδιος δημιούργησε, χάρη στην διακεκριμένη ικανότητα που έχει επιδείξει στο να βάζει την μπάλα στο καλάθι. Θυμίζουμε ότι πέρυσι το καλοκαίρι αναδείχτηκε 3ος σκόρερ (μ.ο. 19,1π.) και 2ος στις βολές (89,6%) στο Πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα εφήβων της Σερβίας, αλλά φέτος επέλεξε να πάει στον Άρη (γνωρίζοντας ότι δύσκολα θα πάρει χρόνο), με αποτέλεσμα να μην παίξει καθόλου και να χάσει ουσιαστικά μία ολόκληρη χρονιά στην οποία θα μπορούσε κάλλιστα να είχε βελτιώσει πολλά πράγματα στο παιχνίδι του.

