
Ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρνει νέες υποχρεώσεις για τις αυτοκινητοβιομηχανίες που εισάγουν προϊόντα χάλυβα και αλουμινίου, καθώς κάθε εισαγωγή πρέπει να καταγράφεται, οι ενσωματωμένες εκπομπές να υπολογίζονται και να δηλώνονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στη συνέχεια να καλύπτονται μέσω των αντίστοιχων πιστοποιητικών CBAM. Η ACEA, επικαλούμενη ανάλυση του ERCST, επισημαίνει ότι το ισχύον σύστημα μπορεί να δημιουργεί δυσανάλογο διοικητικό βάρος ακόμη και για πολύ μικρές εισαγωγές και εξετάζει την προσαρμογή του ορίου «de minimis», ώστε να περιοριστεί η γραφειοκρατία χωρίς να επηρεαστεί ουσιαστικά η κάλυψη των ενσωματωμένων εκπομπών.
Σημαντικό διοικητικό βάρος για τους Ευρωπαίους κατασκευαστές που εισάγουν χάλυβα και αλουμίνιο δημιουργούν οι απαιτήσεις του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM), με την ACEA να επισημαίνει την ανάγκη απλούστευσης του συστήματος χωρίς να περιοριστεί η κάλυψη των ενσωματωμένων εκπομπών άνθρακα.
Ο CBAM, σύμφωνα με το «Μανιφέστο», αποτελεί το εργαλείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να διασφαλίσει ότι το κόστος της απανθρακοποίησης των ενεργοβόρων ευρωπαϊκών βιομηχανιών δεν θα οδηγήσει σε απώλεια ανταγωνιστικότητας των παραγωγών της Ευρώπης απέναντι σε εισαγόμενα προϊόντα. Πρόκειται για προϊόντα που μπορεί να έχουν παραχθεί σε χώρες όπου οι επιχειρήσεις δεν επιβαρύνονται με αντίστοιχο κόστος για την τήρηση περιβαλλοντικών κανόνων.
Ο μηχανισμός εφαρμόζεται από τον Ιανουάριο του 2026 και έχει ως βασικό στόχο να δημιουργήσει πιο ισότιμους οικονομικούς όρους ανταγωνισμού μεταξύ των προϊόντων που εισάγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και εκείνων που παράγονται εντός της Ευρώπης.
Ωστόσο, πέρα από τις επιπτώσεις του CBAM στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, υπάρχει και ένα ζήτημα που μέχρι σήμερα έχει εξεταστεί λιγότερο: το διοικητικό κόστος που δημιουργούν οι υποχρεώσεις αναφοράς για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που εισάγουν προϊόντα τα οποία υπάγονται στον μηχανισμό.
Για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία το ζήτημα αφορά κυρίως τις εισαγωγές προϊόντων χάλυβα και αλουμινίου, τα οποία χρησιμοποιούνται στην κατασκευή αυτοκινήτων, van, λεωφορείων και φορτηγών.
Τι πρέπει να κάνει ένας εισαγωγέας
Με το ισχύον σύστημα, κάθε εισαγωγή προϊόντος που υπάγεται στον CBAM πρέπει να καταγράφεται. Παράλληλα, πρέπει να υπολογίζονται οι εκπομπές άνθρακα που είναι ενσωματωμένες στο συγκεκριμένο προϊόν και τα στοιχεία να υποβάλλονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Στη συνέχεια, ο εισαγωγέας πρέπει να αγοράσει τα αντίστοιχα πιστοποιητικά CBAM, ώστε να καλυφθεί το κόστος άνθρακα που αντιστοιχεί στις εκπομπές του προϊόντος.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με την ανάλυση του European Roundtable on Climate Change and Sustainability (ERCST), είναι ότι η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο ανεξάρτητα από την ποσότητα του προϊόντος που εισάγεται ή από το επίπεδο των ενσωματωμένων εκπομπών.
Με άλλα λόγια, οι απαιτήσεις αναφοράς είναι ίδιες είτε πρόκειται για έναν χαλύβδινο ρόλο βάρους 20 τόνων είτε για μια συσκευασία χαλύβδινων συνδετήρων βάρους μόλις 100 γραμμαρίων.
Το ίδιο ισχύει και ανεξάρτητα από το πόσες εκπομπές άνθρακα έχουν ενσωματωθεί στο εκάστοτε προϊόν.
Το ερώτημα που τίθεται, επομένως, είναι αν το σύστημα θα μπορούσε να γίνει πιο απλό, χωρίς να επηρεαστεί ο βασικός στόχος του CBAM.
Η μελέτη του ERCST
Το European Roundtable on Climate Change and Sustainability δημοσιεύει μελέτη που εξετάζει αναλυτικά τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων για τους υπόχρεους δήλωσης του CBAM.
Η μελέτη εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί σήμερα το σύστημα αναφοράς, ποιες εισαγωγές εξαιρούνται ήδη από τις υποχρεώσεις δήλωσης και πώς θα μπορούσε το σύστημα να προσαρμοστεί καλύτερα στις ανάγκες των επιχειρήσεων που επωμίζονται το μεγαλύτερο μέρος του διοικητικού βάρους από την εφαρμογή του μηχανισμού.
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται οι Ευρωπαίοι εισαγωγείς προϊόντων που υπάγονται στον CBAM και, ειδικότερα για την αυτοκινητοβιομηχανία, οι κατασκευαστές αυτοκινήτων, van, λεωφορείων και φορτηγών.
Η ανάλυση του ERCST συγχρηματοδοτήθηκε από την ACEA, την Ένωση Ευρωπαίων Κατασκευαστών Αυτοκινήτων, και εξετάζει ειδικά το λεγόμενο όριο «de minimis» για τις υποχρεώσεις αναφοράς.
Σύμφωνα με την ανάλυση, μια προσαρμογή του συγκεκριμένου ορίου θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά το διοικητικό βάρος για τις επιχειρήσεις που υποχρεούνται να υποβάλλουν στοιχεία, χωρίς να έχει αντίστοιχα μεγάλη επίπτωση στην κάλυψη των ενσωματωμένων εκπομπών από τον CBAM.
Με απλά λόγια, η λογική είναι ότι θα μπορούσαν να απλοποιηθούν οι υποχρεώσεις για μικρές εισαγωγές, χωρίς να χαθεί ουσιαστικά η δυνατότητα του CBAM να καταγράφει και να καλύπτει τις εκπομπές άνθρακα που ενσωματώνονται στα προϊόντα.
Η ACEA υποστηρίζει, μέσω της συγκεκριμένης ανάλυσης, ότι μια τέτοια προσαρμογή θα μπορούσε να κάνει τον μηχανισμό πιο εύχρηστο για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, διατηρώντας παράλληλα την κάλυψη των ενσωματωμένων εκπομπών.
Η μελέτη του ERCST εξετάζει, επομένως, όχι την κατάργηση του CBAM, αλλά τον τρόπο με τον οποίο οι διαδικασίες αναφοράς μπορούν να γίνουν πιο αποτελεσματικές και λιγότερο γραφειοκρατικές για τους εισαγωγείς.
Η πλήρης ανάλυση του ERCST για τη βελτιστοποίηση των ορίων «de minimis» του CBAM είναι διαθέσιμη στον ιστότοπο του οργανισμού.

